βδελυρία

βδελυρία
η , βδελυρόν τό см. βδελυγμία

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "βδελυρία" в других словарях:

  • βδελυρία — βδελυρίᾱ , βδελυρία beastly fem nom/voc/acc dual βδελυρίᾱ , βδελυρία beastly fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδελυρία — βδελυρία, η (Α) [βδελυρός] 1. αποκρουστική, κτηνώδης διαγωγή 2. ναυτία, τάση προς έμετο …   Dictionary of Greek

  • βδελυρίᾳ — βδελυρίαι , βδελυρία beastly fem nom/voc pl βδελυρίᾱͅ , βδελυρία beastly fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδελυρίας — βδελυρίᾱς , βδελυρία beastly fem acc pl βδελυρίᾱς , βδελυρία beastly fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδελυρίαν — βδελυρίᾱν , βδελυρία beastly fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδελυρίαις — βδελυρία beastly fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδελυρίης — βδελυρία beastly fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»